προφυλάσσω

προφυλάσσω
προφυλάττ||ω μετ.
1) предохранять; предостерегать; 2) оберегать; защищать;

προφυλάσσομαι

1) — беречь себя, беречься, остерегаться; — предохраняться;

2) быть осторожным

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "προφυλάσσω" в других словарях:

  • προφυλάσσω — keep guard before pres subj act 1st sg προφυλάσσω keep guard before pres ind act 1st sg προφῡλάσσω , προφυλάσσω keep guard before aor subj act 1st sg προφῡλάσσω , προφυλάσσω keep guard before fut ind act 1st sg (epic) προφῡλάσσω , προφυλάσσω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφυλάσσω — προφυλάσσω, προφύλαξα βλ. πίν. 27 και πρβλ. προφυλάω …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προφυλάσσω — ΝΜΑ, και προφυλάγω Ν, και αττ. τ. προφυλάττω Α 1. είμαι φύλακας, φρουρός, φυλάγω, προασπίζω, περιφρουρώ («προφυλάσσω νηόν», Ύμν. Απόλλ.) 2. προστατεύω κάποιον ή κάτι από ενδεχόμενο κίνδυνο (α. «τα αντιηλιακά προφυλάσσουν από την ακτινοβολία» β.… …   Dictionary of Greek

  • προφυλάσσει — προφυλάσσω keep guard before pres ind mp 2nd sg προφυλάσσω keep guard before pres ind act 3rd sg προφῡλάσσει , προφυλάσσω keep guard before aor subj act 3rd sg (epic) προφῡλάσσει , προφυλάσσω keep guard before fut ind mid 2nd sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφυλάσσουσι — προφυλάσσω keep guard before pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) προφυλάσσω keep guard before pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) προφῡλάσσουσι , προφυλάσσω keep guard before aor subj act 3rd pl (epic) προφῡλάσσουσι …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφυλασσόμεθα — προφυλάσσω keep guard before pres ind mp 1st pl προφῡλασσόμεθα , προφυλάσσω keep guard before aor subj mid 1st pl (epic) προφῡλασσόμεθα , προφυλάσσω keep guard before fut ind mid 1st pl (epic) προφυλάσσω keep guard before imperf ind mp 1st pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφυλασσόμενον — προφυλάσσω keep guard before pres part mp masc acc sg προφυλάσσω keep guard before pres part mp neut nom/voc/acc sg προφῡλασσόμενον , προφυλάσσω keep guard before fut part mid masc acc sg (epic) προφῡλασσόμενον , προφυλάσσω keep guard before… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφυλάξαι — προφυλάσσω keep guard before aor inf act προφυλάξαῑ , προφυλάσσω keep guard before aor opt act 3rd sg προφῡλάξαι , προφυλάσσω keep guard before aor inf act προφῡλάξαῑ , προφυλάσσω keep guard before aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφυλάξεις — προφυλάσσω keep guard before aor subj act 2nd sg (epic) προφυλάσσω keep guard before fut ind act 2nd sg προφῡλάξεις , προφυλάσσω keep guard before aor subj act 2nd sg (epic) προφῡλάξεις , προφυλάσσω keep guard before fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφυλάξομαι — προφυλάσσω keep guard before aor subj mid 1st sg (epic) προφυλάσσω keep guard before fut ind mid 1st sg προφῡλάξομαι , προφυλάσσω keep guard before aor subj mid 1st sg (epic) προφῡλάξομαι , προφυλάσσω keep guard before fut ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφυλάσσον — προφυλάσσω keep guard before pres part act masc voc sg προφυλάσσω keep guard before pres part act neut nom/voc/acc sg προφῡλάσσον , προφυλάσσω keep guard before fut part act masc voc sg (epic) προφῡλάσσον , προφυλάσσω keep guard before fut part …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»